Άρθρο δημοσιευμένο Από τη σπίθα στη φλόγα

Με αφορμή τη μελέτη

«Η επαναστατική αντι-βία στην ανατομία του δικαίου»

Προτού αναλύσουμε τη σκέψη μας στο εν λόγω άρθρο, οφείλουμε να εξηγήσουμε εκ των προτέρων ότι οι συντάκτες της μελέτης υποστηρίζουν ότι οι ένοπλες προλεταριακές οργανώσεις όχι μόνο αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της ιστορίας του εργατικού κινήματος, αλλά συνάμα αποτελούν και το πλέον υγιές κομμάτι, το πιο προωθημένο, στον βαθμό που το αίτημα της κοινωνικής ανατροπής αποκτά μορφή και περιεχόμενο, ταυτισμένο με τα όρια των αιτημάτων και των διεκδικήσεων των εργατών. Με άλλα λόγια, οι ένοπλες εργατικές πρωτοπορίες (το γιατί πρωτοπορίες θα το εξηγήσουμε σε μελέτη που ετοιμάζεται και θα φέρει τον τίτλο Ο μιλιταρισμός στην προοπτική του σοσιαλισμού, στάδιο ωριμότητας του εργατικού κινήματος) δεν αποτέλεσαν στιγμιαία συμβάντα, διακριτά από το συλλογικό σώμα των εργατικών και λαϊκών απαιτήσεων, αλλά το συγκροτημένο σώμα του πλέον συνειδητοποιημένου τμήματος της εργατικής τάξης. Εκείνου του τμήματος που δεν αναγνώριζε στα όρια του αστικού συστήματος θέσμισης τα ίδια τα όρια της κοινωνικής προοπτικής εξέλιξης, αλλά αντιμετώπιζε τα όρια αυτά ως τον ασφυκτικό κλοιό της αστικής εξουσίας η αποδοχή του οποίου ως νομική προπαρασκευή για τη νομιμοποίηση της ατομικής και συλλογικής παρουσίας στον δημόσιο χώρο από τα Κομμουνιστικά Κόμματα και τις συνδικαλιστικές ηγεσίες αποτελούσε (κι εξακολουθεί να αποτελεί) την εκμηδένιση των δυνατοτήτων των εργατών όπως υπερβούν το αστικό αφήγημα. Οι ένοπλες οργανώσεις δεν αποτέλεσαν το υποκατάστατο των εργατών και των αιτημάτων τους, ούτε επιχείρησαν ποτέ να υποκαταστήσουν τον ρόλο των αιτημάτων αυτών στην αυτόνομη παρουσία των εργατών στο προσκήνιο του δημόσιου λόγου. Οι ένοπλες εργατικές πρωτοπορίες δε λειτουργούν εκδικητικά. Δεν είναι το τιμωρό χέρι του λαού. Δεν υιοθετούν τον ρόλο της Ο.Π.Λ.Α. την περίοδο της κατοχής. Είναι η πρακτική δράση αμφισβήτησης της ιδεολογικής κυριαρχίας της αστικής εξουσίας, όταν η εργατική τάξη επιστρέφει στο προσκήνιο και διεκδικεί χώρο στον δημόσιο λόγο. Οι ένοπλες εργατικές πρωτοπορίες δεν επιζητούν την παθητικοποίηση των εργατών, δεν δρουν ως εκπρόσωποι των εργατών με τους τελευταίους σε ρόλο θεατή. Επιδιώκουν να προκαλέσουν ρήγματα τα οποία η εργατική τάξη να τα μετατρέψει σε ανοιχτές ρήξεις με το σύστημα. Η ένοπλη εργατική πρωτοπορία δεν είναι η επανάσταση. Είναι ένα ουσιαστικό κομμάτι στην πορεία προς την κοινωνική ανατροπή. Την επανάσταση θα την κάνουν οι εργάτες, όχι ένα τμήμα αυτών. Εάν οι εργάτες δε δημιουργήσουν δομές ικανές να εκπαιδεύσουν τα μέλη της τάξης τους στην αναγκαιότητα της κοινωνικής αλλαγής, καμία πρωτοπορία δεν μπορεί να δράσει στη θέση τους. Η ένοπλη εργατική πρωτοπορία παρεμβαίνει με την εργατική τάξη παρούσα, όχι απούσα, όπως τη θέλουν οι κομματικές γραφειοκρατίες της Αριστεράς. Επιδιώκουν να συμβολοποιήσουν την κατεύθυνση της ρήξης και όχι της ενσωμάτωσης, να στρέψουν τις διεκδικήσεις στην πορεία της ολικής άρνησης του αστικού συστήματος και των σχέσεων εξουσίας που αυτό επιβάλλει. Η Αχίλλειος πτέρνα αποδείχτηκε, όχι μόνο στην ελληνική περίπτωση, αλλά και σε άλλες κοινωνικές πραγματικότητες της Ευρώπης, της Λατινικής Αμερικής κ.λπ.,  η αδυναμία όπως ταυτιστούν αιτήματα και ένοπλη οργανική προπαρασκευή για την τελική έφοδο στον ουρανό, με την εργατική τάξη στο σύνολό της. Και γι’ αυτήν την αδυναμία έχει ουσιαστικό ρόλο ευθύνης η στάση των ηγεσιών των εργατικών και κομμουνιστικών κομμάτων, καθώς και των συνδικαλιστικών σωμάτων, οι οποίες εκ των προτέρων αποδέχονται την αστική νομιμότητα, γνωρίζοντας πως οποιαδήποτε αποδοχή της επαναστατικής προοπτικής συνεπάγεται την άρνηση της δυνατότητας απρόσκοπτης αναπαραγωγής των κομματικών γραφειοκρατιών, διατηρώντας το επίπεδο σκέψης και πράξης των εργατών σε ένα ελάχιστο σχήμα επαναστατικής φρασεολογίας, ακίνδυνο ωστόσο στην προοπτική ρήξης με το αστικό κατεστημένο.

Και μετά από αυτή τη σύντομα επεξηγηματική εισαγωγή, εισερχόμαστε στη μελέτη αυτή καθαυτή. Μέσα από την εν λόγω εργασία, καταρχάς, τονίζουμε ότι δεν απευθυνόμαστε στο σύνολο των αναγνωστών. Κατά κύριο λόγο απευθυνόμαστε στους εργάτες. Είναι καιρός να πάψουν να διαβάζουν την ιστορία της τάξης τους με τα μάτια των αστών. Επί δεκαετίες οι νέες γενιές εργατών που εμφανίζονται στο προσκήνιο του δημόσιου λόγου αφομοιώνουν και επαναλαμβάνουν σαν δική τους, σαν να αφορά αποκλειστικά αυτούς τους ίδιους, τα αφηγήματα της αστικής εξουσίας. Σε αυτό συμβάλλουν κατ’ εξακολούθηση οι κομματικές γραφειοκρατίες της Αριστεράς, επίσημης και ανεπίσημης. Με έντεχνο τρόπο η αστική εξουσία διοχετεύει στον δημόσιο λόγο το κυρίαρχο κάθε φορά αφήγημα, προσαρμοσμένο στις ανάγκες της. Απευθυνόμαστε, λοιπόν, στους εργάτες και τους καλούμε να διαβάσουν την ιστορία τους έξω από το αστικό πλαίσιο διδασκαλίας αυτής. Και τους λέμε ότι είναι αναγκαίο να γίνει σαφές το περιεχόμενο της λέξης τρομοκρατία, να γίνει κατανοητό πως η βία αποτελεί μονοπώλιο του αστικού κράτους. Έχει έννομο συμφέρον να ασκεί βία καθολικά στο σώμα της κοινωνίας, καθώς μέσα από τη φυσική ή/και ιδεολογική βία, κατά κύριο λόγο με τη χρήση της δεύτερης, επιδιώκει την αναπαραγωγή του εαυτού του μέσα από την προάσπιση της ρίζας του αστικού δικαίου, ρίζα που δεν είναι άλλη από την ατομική ιδιοκτησία. Ο δημόσιος και ιδιωτικός χώρος κατασκευάζεται εντός ενός κανονιστικού πλαισίου λειτουργίας που αντανακλά την καθετοποίηση των ιεραρχικών σχέσεων εξουσίας, όπως αυτές διαμορφώνονται στις παραγωγικές δομές και υποδομές τού καπιταλισμού. Αυτή ακριβώς η κανονιστική μοντελοποίηση της κοινωνικής ολότητας διατηρείται σε ισορροπία μέσα από την ενεργοποίηση ιδεολογικών σχημάτων που καθορίζουν το περιεχόμενο του δημόσιου λόγου, διοχετεύοντας την αναπαραγωγή του από τους αποσυνάγωγους. Επρόκειτο για την ιδεολογική βία της αστικής εξουσίας, εξίσου κατασταλτική με ορίζοντα τη συνείδηση. Η σωματική βία, η καθαρά κατασταλτική, ενεργοποιείται όταν πτυχές του δημόσιου χώρου δεν αναπαράγονται αβίαστα και συμβατικά, αλλά μεσολαβούν ενέργειες των αποσυνάγωγων που αρνούνται στην πράξη, έστω και στιγμιαία, την ανανέωση των όρων επιβολής της αστικής εξουσίας. Διαδηλώσεις, καταλήψεις, απεργίες κ.λπ. είναι μορφές αυτής της στιγμιαίας άρνησης, που, όμως, δεν υπερβαίνουν το νομικό πλαίσιο λειτουργίας και αποδοχής, επομένως δεν τείνουν να αμφισβητήσουν προκαλώντας ρήγματα στο αστικό κέλυφος εξουσίας. Από την άλλη πλευρά, η επαναστατική αντι-βία των ένοπλων εργατικών πρωτοποριών υπήρξε το σημείο τομής ανάμεσα στην αστική και την προλεταριακή ηθική. Σε πρώτο επίπεδο παρεμβαίνει αρνούμενη την ιδεολογική κυριαρχία των αστών και σε δεύτερο στάδιο πράττει με σκοπό να προκαλέσει ρήγματα ανισορροπίας στο αστικό κατεστημένο των σχέσεων εξουσίας. Είναι αντι-βία γιατί υιοθετεί μέσα με τελικό σκοπό όχι την αλλαγή των όρων λειτουργίας της κοινωνικής συγκρότησης, αλλά την ολική απελευθέρωση του ανθρώπου στο εδώ και στο τώρα, διαπιστώνοντας πως οι αντικειμενικές συνθήκες έχουν ωριμάσει καιρό τώρα, αλλά οι υποκειμενικές μένουν εγκλωβισμένες στη διαστρέβλωση της ατομικότητας εντός του συστήματος αξιών του καπιταλισμού. Θέτουν εαυτόν στη δαμόκλειο σπάθη και είναι πρωτοπορίες ακριβώς επειδή διακινδυνεύουν την ύπαρξή τους, τη βιολογική τους υπόσταση, στον συμβολισμό της κοινωνικής ανατροπής.

Μαζί με τον Στράτο Τζαμπαλάτη ασχολούμαστε με την ένοπλη εργατική πρωτοπορία και ασχολούμαστε ακριβώς επειδή αφενός το αστικό καθεστώς επιδιώκει να συντρίψει πρώτα και κύρια ιδεολογικά και ύστερα πολιτικά τη βαρύτητά τους στην ιστορία των εργατών, αφετέρου επειδή το ίδιο με το αστικό καθεστώς επιδιώκουν και οι κομματικές γραφειοκρατίες της Αριστεράς. Οι τελευταίες, ούσες ενταγμένες πλήρως στο αστικό σύστημα, συνθηματολογούν επαναστατικά, αλλά πράττουν συμβατικά, χωρίς να υπερβαίνουν τα όρια του αστικού νομικού πλαισίου. Η ένοπλη εργατική πρωτοπορία παρεμβαίνει όταν υπάρχουν ταυτόχρονα δύο συνθήκες: από τη μία πλευρά, λαμβάνει χώρα μεταβολή στις υποδομές της καπιταλιστικής λειτουργίας της οικονομίας, και, από την άλλη, η εργατική τάξη εμφανίζεται στο προσκήνιο διεκδικώντας δημόσιο χώρο και ρόλο στα αποτελέσματα αυτών των μεταβολών. Σε αυτές τις συνθήκες αυτονομείται η ένοπλη εργατική πρωτοπορία, με στόχο να στρέψει το εργατικό κίνημα όχι στην προσαρμογή στις νέες συνθήκες, όπως κατευθύνουν οι κομματικές γραφειοκρατίες, αλλά στη μαζική εισβολή του στα ρήγματα που έχει η ίδια ένοπλη εργατική πρωτοπορία το προηγούμενο διάστημα προκαλέσει στο κέλυφος της αστικής εξουσίας, με στόχο την ανατροπή των συσχετισμών δύναμης. Βασική κατευθυντήρια αρχή για τη σύνταξη της εν λόγω εργασίας υπήρξε η ανάγκη όπως συγκροτηθεί σε σώμα δημόσιου λόγου η ταξική ανάλυση της ιστορίας του εγχώριου εργατικού κινήματος και δη της πορείας αυτονόμησης της ένοπλης πρωτοπορίας αυτού, όχι με όρους κοινωνιολογίας και πολιτικής αφήγησης, αλλά ως το αποτέλεσμα συστηματικής μελέτης των αιτιών (οικονομικών, πολιτικών, κοινωνικών) που οδήγησαν την πρωτοπορία των εργατών να αναμετρηθεί με το αστικό καθεστώς με όρους ρήξης και όχι ενσωμάτωσης. Είναι η πρώτη απόπειρα να ανατραπεί στην πράξη το αστικό αφήγημα που επί δεκαετίες προβλήθηκε κατ’ επανάληψη, αφήγημα με το εκπαιδεύτηκαν γενιές εργατών και το οποίο αφενός επιχειρούσε να παρουσιάσει την ένοπλη πρωτοπορία ως περιθωριακούς εγκληματίες, αφετέρου να συνδέσει την παρουσία τους στον δημόσιο χώρο ως αποτέλεσμα αντιθέσεων των μηχανισμών εξουσίας και δη των μυστικών υπηρεσιών. Κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Είναι λοιπόν ανάγκη να καταδειχθεί η αλήθεια των πραγμάτων. Να μάθουν οι εργάτες να τιμούν την ιστορία τους, να «διαβάζουν» την πραγματικότητα που βιώνουν όχι με τις προϋποθέσεις της αστικής ιδεολογίας, αλλά με το επίπεδο συνείδησης που απαιτείται για την αντιμετώπιση ενός αφηγήματος που κατασκευάζει καθετοποιημένα και ιεραρχημένα τις σχέσεις εξουσίας. Η εν λόγω μελέτη θέτει επί τάπητος την ιστορία του εγχώριου εργατικού κινήματος στην ταξική βάση ανάλυσης, με την οπτική από τα «κάτω» να υπερβαίνει με όρους επιστημονικότητας και τεκμηρίωσης τον κατευθυνόμενο δημόσιο λόγο των αστών.

Την ιστορία αυτή (βλ. εγχώριου εργατικού κινήματος) οφείλουμε να την εξετάσουμε σε συνάρτηση με την ανάπτυξη του μονοπωλιακού κεφαλαίου στη χώρα. Ειδικότερα, το μονοπωλιακό κεφάλαιο ήδη από τη δεκαετία τού 1950 εισέρχεται στην Ελλάδα με αποικιακούς όρους σε συμφωνίες εταιρειών αμερικανικών συμφερόντων, συμφωνίες οι οποίες υπογράφηκαν με γνώμονα τη νομιμοποίηση της εγχώριας αστικής τάξης, που έβγαινε νικήτρια, αλλά ηθικά και ιδεολογικά τραυματισμένη από τον ταξικό εμφύλιο πόλεμο, στο διεθνοποιημένο οικονομικό περιβάλλον. Η εγχώρια αστική τάξη δεν υπήρξε ομοιόμορφη στο επίπεδο ανάπτυξής της, ούτε ενιαίο στο θεσμικό πεδίο παρέμβασης στον δημόσιο χώρο. Το βασικό συνεκτικό στοιχείο της, ωστόσο, υπήρξε η κρατικοδίαιτη αντίληψή της σχετικά με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων του τόπου. Εκμεταλλεύτηκε με τον πλέον ληστρικό τρόπο τις νομοθετικές πρωτοβουλίες των αστικών κυβερνήσεων, προκειμένου να συγκροτήσει τις υποδομές εκμετάλλευσης του φυσικού πλούτου της χώρας, ταυτόχρονα με την παράδοση με συμβάσεις χαμηλών απαιτήσεων, προδιαγραφών και προϋποθέσεων, αντίστοιχων πεδίων ελέγχου αποκλειστικής ζώνης εκμετάλλευσης σε διεθνείς εταιρείες. Από τη μία πλευρά, ενίσχυσε το νομοθετικό της οπλοστάσιο προκειμένου να διαμορφώσει τους όρους αδιάκοπης και απρόσκοπτης εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης, καθυποτάσσοντας τους εργάτες στη βαρβαρότητα των άθλιων συνθηκών εργασίας τριτοκοσμικού χαρακτήρα, δίχως μέτρα προστασίας, δίχως πρόβλεψη υγειονομικών απαιτήσεων, με τα δυστυχήματα στους χώρους εργασίας να πολλαπλασιάζονται χρόνο με τον χρόνο, αντιμετωπίζοντας τους εργάτες ως αναλώσιμους, τη στιγμή που, από την άλλη πλευρά, το διεθνοποιημένο αμερικανικό -κυρίως- κεφάλαιο (από τη δεκαετία του 1980 τόσο το δυτικογερμανικό, όσο και το γαλλικό κεφάλαιο αποκτούν νέες δυναμικές στην ελληνική οικονομία, υποκαθιστώντας, υπό μία έννοια, την απόλυτη προτεραιότητα της εγχώριας Λούμπεν Μεγαλοαστικής Τάξης προς το αμερικάνικο) επέκτεινε τον έλεγχο της περιοχής εισάγοντας δομικά στοιχεία στην εξάρτηση της χώρας από τα κέντρα του ιμπεριαλισμού, δομικά στοιχεία τα οποία αποτυπώθηκαν στις συμβάσεις αποικιακού χαρακτήρα, αλλά και στους μετασχηματισμούς τόσο των ενόπλων δυνάμεων, όσο και του διοικητικού και κατασταλτικού μηχανισμού τού αστικού κράτους. Δεν πρόκειται για μία οικονομική συναλλαγή, αλλά για ολική περίπτωση υποταγής της εγχώριας αστικής τάξης στα κελεύσματα του διεθνοποιημένου χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, εις βάρος των συμφερόντων της χώρας και του λαού της. Η Λούμπεν Μεγαλοαστική Τάξη της χώρας ουδέποτε απέκτησε ταυτότητα. Πάντοτε, μέχρι και σήμερα, ετεροπροσδιοριζόταν από τις χρηματοπιστωτικές σχέσεις που διαμόρφωναν οι ιμπεριαλιστικοί συνασπισμοί, επιδιώκοντας να πάρει ένα ελάχιστο από τα ψίχουλα της εξάρτησης, προκειμένου να παραμένει στην επιφάνεια των πραγμάτων, ελέγχοντας πλήρως τον κρατικό μηχανισμό, το δημόσιο χρήμα και κατασκευάζοντας τις κοινωνικές διαστρωματώσεις των ημετέρων. Στο ίδιο αυτό πλαίσιο, ο χώρος του μικροαστισμού δεν ανταποκρίνεται μόνο σε οικονομικούς όρους, αλλά αποτελεί το πλέον ισχυρό ιδεολογικό πλέγμα κοινωνικών λειτουργιών. Η νοοτροπία τού μικροαστού, η νοοτροπία της αποφυγής κάθε μορφής ευθύνης που τυχόν θίγει την ιερή νομιμότητα της ιδιοκτησίας, η υιοθέτηση πρακτικών στο συλλογικό σώμα που κατευθύνονται σύμφωνα με την ικανοποίηση του ατομικού συμφέροντος, η καλλιέργεια ενός ορισμένου επιπέδου κοινωνικής συνείδησης το οποίο διαρκώς ετεροπροσδιορίζεται από την ατομική ερμηνεία του εκάστοτε αποτελέσματος, είναι στοιχεία τα οποία κατασκευάστηκαν τη δεκαετία τού 1980 στην Ελλάδα. Η μικροϊδιοκτησία με επίκεντρο το εμπόριο, αλλά και η ιδιοκτησία γης, έστω κι ενός μικρού, αναξιοποίητου κομματιού, υπήρξαν καθοριστικά για τη συγκρότηση της μικροαστικής νοοτροπίας. Ο αντίστοιχος ταξικός σχηματισμός δεν απέκτησε ποτέ ενιαίο χαρακτήρα. Εμποτίστηκε από τις ιδιαιτερότητες του εμπορίου, περιστράφηκε εξ ολοκλήρου στις σχέσεις με τον κρατικό μηχανισμό, υιοθέτησε και αναπαρήγαγε με εμφατικό τρόπο κάθε πτυχή τού αστικού ιδεολογήματος, με έμφαση στις δημόσιες τελετές και εορτές, αφομοιώθηκε στις νομοθετικές πρωτοβουλίες των αστικών κυβερνήσεων σε συνδυασμό με τις τραπεζικές συνδιαλλαγές προκειμένου να κερδίσει χώρο στην οικονομική επιφάνεια, βίωσε την καταστροφή των πλέον αδύναμων κρίκων του ανταγωνισμού με το διεθνοποιημένο κεφάλαιο, και εν τέλει, αντιμετώπισε την εργατική τάξη ως το πλέον πειθαρχημένο στρώμα της κοινωνικής διαστρωμάτωσης, αξιοποιώντας τη δυναμική τού τελευταίου όταν οι απαιτήσεις του δημόσιου χώρου το επέβαλαν. Έπειτα, υπήρξε το πλέον συνεργάσιμο και ευκολόπιστο εκλογικό σώμα, ενώ υπηρέτησε με τον πλέον καταναλωτικό τρόπο την πιστωτική πολιτική των τραπεζών. Το πλέον αρνητικό πρόσημο στην κοινωνική διαστρωμάτωση αποτελούν οι μικροαστοί και η ηθική τους. Μέσα από τη μελέτη αναδεικνύουμε τον τρόπο με τον οποίο κατασκευάστηκε ο μικροαστισμός της δεκαετίας τού 1980, τα αποτελέσματα του οποίου παραμένουν ενεργά στον δημόσιο λόγο μέχρι σήμερα.

Εν κατακλείδι, και για να μη μακρηγορούμε, πιστεύουμε ότι με την εν λόγω εργασία καλύπτουμε ένα ουσιαστικό κενό στην ιστορία του εγχώριου εργατικού κινήματος, ένα τμήμα που πρέπει να αναγνωριστεί από τους εργάτες ως τμήμα αναπόσπαστο της τάξης τους, σκύβοντας ευλαβικά μπροστά σε όλους όσοι ανέλαβαν έναν ρόλο σε απόλυτη ρήξη με την αστική ηθική και τις συνδηλώσεις της, τόσο σε ιδεολογικό, όσο και σε θεσμικό επίπεδο.

Αντώνης Ε. Χαριστός

ΥΓ. Στη μνήμη της Ουλρίκε Μάινχοφ

Πρώτη δημοσίευση: https://www.facebook.com/apotispithastifloga?locale=el_GR

Σχολιάστε

Δημοφιλή τώρα